Φαρμακοανθεκτική Επιληψία

 

Από τους

Κυριάκο Γαργάνη:

Διευθυντή του Τμήματος Επιληψίας Ελληνικού Ινστιτούτου Νευροεπιστημών

Στέφανο Φοινίτση:

Νευροδιαγνωστή/Νευροεπεμβατιστή, Λέκτωρα ΑΠΘ

 

brainΤο 60-80% των αρρώστων με επιληψία ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στην αντιεπιληπτική αγωγή, ωστόσο το υπόλοιπο 20-40% συνεχίζουν να παρουσιάζουν αραιές ή συχνότερες κρίσεις, παρά το ότι έχουν δοκιμαστεί πολλαπλά αντιεπιληπτικά φάρμακα και σχήματα. Η ομάδα αυτή των λεγόμενων «φαρμακοανθεκτικών» αρρώστων είναι αρκετά ανομοιογενής ως προς την αιτιολογία, τον τύπο και τη βαρύτητα των επιληπτικών κρίσεων, και οι αποφάσεις για τους περαιτέρω θεραπευτικούς χειρισμούς είναι λεπτές και σύνθετες. Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας (και στις αναπτυγμένες χώρες εδώ και μερικές δεκαετίες), κερδίζει έδαφος η Χειρουργική Αντιμετώπιση της Επιληψίας, σαν ριζικότερη μέθοδος αντιμετώπισης του προβλήματος.



Άλλες κατευθύνσεις προς τις οποίες προσανατολίζονται σήμερα οι ερευνητικές προσπάθειες είναι: α) Η παραγωγή φαρμάκων που όχι μόνον «καταστέλλουν» την ανώμαλη ηλεκτρική εγκεφαλική δραστηριότητα που καταλήγει σε επιληπτικές κρίσεις, αλλά που επιπλέον παρεμβαίνουν και αδρανοποιούν τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους ένα αρχικό βλαπτικό σύμβαμα στον εγκέφαλο, μπορεί να καταλήξει αργότερα σε μια χρόνια επιληψία. Έχουμε αναφέρει πως, μεταξύ των συχνών αιτίων φαρμακοανθεκτικών επιληψιών, περιλαμβάνονται οξέως δρώντα βλαπτικά συμβάματα όπως επιπλεγμένοι πυρετικοί σπασμοί, κρανιεγκεφαλικές κακώσεις, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια κ.λ.π. Τέτοιου είδους συμβάματα δεν δημιουργούν ευθύς εξ΄αρχής φαρμακοανθεκτικές επιληψίες, αλλά κατά κάποιους τρόπους «δουλεύουν σιγά-σιγά» και σε βάθος χρόνου προκύπτουν εξ’ αιτίας των μεταβολές και αλλοιώσεις στις πληγείσες περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού που προκαλούν την εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων και ευοδώνουν τους μηχανισμούς που εγκαθιστούν μια χρόνια κατάσταση υποτροπιαζουσών κρίσεων. Η ελπίδα είναι πως από τη σχετική έρευνα θα προκύψουν φάρμακα «αντιεπιληπτογόνα», δηλ. ικανά να παρεμποδίσουν αυτούς τους μηχανισμούς εφόσον χορηγηθούν, την κατάλληλη στιγμή και για τη κατάλληλη χρονική περίοδο, σε υψηλού κινδύνου τέτοιους υποψήφιους για εμφάνιση χρόνιας επιληψίας.

β) Η διερεύνηση της γενετικής ταυτότητας ορισμένων επιληπτικών συνδρόμων. Ξέρουμε ότι κάποιες ιδιοπαθείς μορφές επιληψιών έχουν ένα ισχυρό γονιδιακό υπόστρωμα, και μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά. Ευτυχώς η πορεία των περισσότερων από αυτές είναι καλοήθης και σπάνια αποτελούν θεραπευτικό πρόβλημα, ωστόσο η αποσαφήνιση της γενετικής ταυτότητας τους μπορεί να προσφέρει πολλά, τόσο σε επίπεδο προγεννητικού προγραμματισμού και ελέγχου, όσο και σε επίπεδο ενδεχομένως γονιδιακών θεραπειών, για τις δυσκολότερες μορφές αυτών.

 

γ) Η απεικόνιση του εγκεφάλου, τόσο η δομική, όσο και η δυναμική έχουν ήδη αποκαλύψει, και θα αποκαλύψουν μελλοντικά ακόμη περισσότερα, σχετικά με την παρουσία λεπτών δομικών ανωμαλιών που είναι πρόξενοι επιληπτικών κρίσεων, όπως και πληροφορίες σχετικές με την οργάνωση της υποκείμενης επιληπτογόνου περιοχής. Οι πληροφορίες αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την εντόπιση της επιληπτογόνου περιοχής, προκειμένου να εξαιρεθεί, αν είναι δυνατό, στις περιπτώσεις που ενδείκνυται χειρουργική επέμβαση. Εκτός από τη συμβατική Μαγνητική Τομογραφία Εγκεφάλου έχουν αναπτυχθεί τεχνικές και μέθοδοι που μας παρέχουν όχι μόνον εντοπιστικού χαρακτήρα πληροφορίες αλλά και τέτοιες που αφορούν την τοπογραφία και την οργάνωση σημαντικών νευρικών λειτουργιών (κίνησης, λόγου, μνήμης). Τέτοιες τεχνικές είναι η Λειτουργική Μαγνητική Τομογραφία (FMRI), που μας επιτρέπει να προσδιορίζουμε τις περιοχές του κινητικού φλοιού, του λόγου, αλλά και περιοχές που εμπλέκονται στη λειτουργία της μνήμης, η συνδυασμένη με ΗΕΓ Λειτουργική Μαγνητική Τομογραφία (EEG – FMRI), που μας δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την παραγωγή επιληπτικής δραστηριότητας, η Μαγνητική Φασματοσκόπηση (MRS), και άλλες, ο συνδυασμός των οποίων αναμένεται να βοηθήσει ακόμη περισσότερο στην ακριβή εντόπιση της επιληπτογόνου περιοχής, να διευρύνει το φάσμα των δυνητικά κατάλληλων χειρουργικών υποψήφιων και να κάνει ακόμη ασφαλέστερες τις επεμβάσεις για επιληψία. Αυτού του είδους οι τεχνικές τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι προνόμιο μόνον ελάχιστων ερευνητικών κέντρων πρώτης γραμμής στο κόσμο, αλλά θα είναι ευρέως διαθέσιμες στα περισσότερα Κλινικά Προγράμματα Νευροεπιστημών και Επιληψίας. Συνεπώς όλο και περισσότεροι άρρωστοι θα μπορούν να ευεργετηθούν από τις δυνατότητες που θα μας προσφέρει η εφαρμογή τους στη κλινική πράξη.

Τελειώνοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η καθαρά ιατρική αντιμετώπιση της επιληψίας είναι μόνον μία πλευρά αντιμετώπισης, σημαντική βέβαια, αλλά ανάμεσα και σε άλλες πλευρές, που έχουν και αυτές τη σημασία τους. Η μεγάλη πλειοψηφία των αρρώστων με επιληψία μπορούν να ζήσουν φυσιολογικές ζωές, να εργαστούν και να αποκτήσουν οικογένεια. Το ψυχοκοινωνικό φορτίο της νόσου είναι κατά κανόνα πολύ μεγαλύτερο από το καθαρά ιατρικό: Άτομα με επιληψία έχουν συχνά αρκετό άγχος για το πρόβλημά τους και μειωμένη αυτοεκτίμηση, που τους οδηγούν σε περιστολή δραστηριοτήτων και σε μια πιο περιορισμένη ζωή, με κίνδυνο να μην επιτύχουν τελικά όλα όσα θα μπορούσαν να κάνουν. Το αίσθημα αυτό της μειωμένης αυτοεκτίμησης το τροφοδοτεί σε μεγάλο βαθμό και η στάση του κοινωνικού περίγυρου, που συχνά στηρίζεται σε αδικαιολόγητες προκαταλήψεις περασμένων αιώνων. Η αλλαγή στη γενικότερη στάση απέναντι στο συγκεκριμένο πρόβλημα δεν είναι εύκολη διαδικασία και προϋποθέτει ευρύτερη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινότητας. Έχουμε ενδείξεις, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες, ότι το πρόβλημα μπαίνει σιγά-σιγά στις πραγματικές του διαστάσεις, σαν ένα πρόβλημα υγείας που στις περισσότερες περιπτώσεις εξελίσσεται πολύ θετικά, ενώ για τις δυσκολότερες περιπτώσεις υπάρχουν πράγματα που μπορούν να γίνουν και προοπτικές βελτίωσης. Η επιστημονική πρόοδος και τα απτά αποτελέσματα της κλινικής πρακτικής, έχουν σε μεγάλο βαθμό αποδυναμώσει το δεισιδαιμονικό στοιχείο και τις προκαταλήψεις που χρωμάτιζαν τη στάση της κοινωνίας απέναντι στην επιληψία. Σε αρκετές αναπτυγμένες χώρες, οι ενώσεις των αρρώστων με επιληψία, έχουν ισχυρή και εποικοδομητική παρουσία στους θεσμούς υγείας και πρόνοιας και βαρύνουσα άποψη σε μια σειρά από ευαίσθητα ζητήματα που τους αφορούν, όπως εκπαίδευση, ασφάλιση, εργασία κ.λ.π. Ας ευχηθούμε η επιτυχημένη εμπειρία τέτοιων χωρών να αποτελέσει χρήσιμο οδηγό και στα καθ’ ημάς.

 
NEA YGEIAS